Σι Βι
Την παγερή νυχτιά του Νοέμβρη που η Φρύδω (ή αλλιώς Frydo, Golden Flower, Χρυσάνθη ή Κρίστη) αποφάσισε να βγει με φόρα από την
κοιλιά της μάνας της, μία διακοπή ρεύματος στάθηκε η αιτία να βυζάξει αλληνής μάνας πρωτόγαλα. Το αναπάντεχο αυτό γεγονός ουδέποτε σχετίστηκε με την άρνησή της να παίζει με
πλαστικές κούκλες μήτε με την εμμονή της να κρυφοπίνει το κρασί του πατέρα της ως νήπιο .
Οι συχνές μετακινήσεις ανάμεσα σε Θεσσαλονίκη και Βόλο
λόγω διαφορετικής καταγωγής των γονέων της προσέδωσαν ξεχωριστό ενδιαφέρον,
περιττά κιλά και αρκετό μυστήριο στην τρυφερή της ηλικία μέσα από τις φανταστικές
ιστορίες του παππού στα μπαλοντίβανα, τις χειροποίητες χορτόπιτες και τα
ποντιακά άσματα στο τρανζίστορ της γιαγιάς ‒ «Μη τζιέριμ, θα καείς στη σόμπα».
Από μικρή ηλικία της άρεσε να ψαχουλεύει στα συρτάρια και
να τρέχει αόριστα και με σκοπό κυνηγώντας ανθρώπους, πράγματα και ζώα. Ίσως, για αυτό το λόγο στην εφηβεία της διέπρεψε
στον αθλητισμό, παρόλο που την ενοχλούσε ο ιδρώτας, οι αριθμημένες φανέλες και
ο ανταγωνισμός.
Πλήρωσε ακριβά τις εξυπνάδες του βασανιστή αδερφού της καταλήγοντας
τις περισσότερες φορές είτε στο νοσοκομείο για πλύση στομάχου είτε για τιμωρία
στη σκοτεινή και κρύα αποθήκη. Η
αγαπημένη της τηλεοπτική σειρά «Μαγκάιβερ»
την ενέπνευσε να αποδράσει από τη φυλακή της και να ανακαλύψει τον μηχανικό που έκρυβε μέσα της. Κάπως έτσι εντρύφησε στην κατασκευή εργονομικών φυσοκάλαμων και εξαιρετικής δεξιοτεχνίας χωνακίων/βελών που εκτόξευε συνομωτικά σε ανυποψίαστα κορμιά στα τριγυρω μπαλκόνια.
Στα χρόνια της εφηβείας φλέρταρε με τη μεταφυσική, την ποίηση και τον χορό, γι’ αυτό και τα
αγόρια την φοβόντουσαν. Οι βαριές «Βέρμαχτ» που συνήθιζε να φοράει στα πάρτι τής
δημιούργησαν μόνιμο κουσούρι οσφυαλγίας στη μέση. Έκτοτε, για να απαλύνει τον
πόνο, το γύρισε στα σταράκια, τις γιόγκες και τις εξοχές, ενώ τις Κυριακές ανακάλεσε
την παιδική συνήθεια να κυνηγάει πεταλούδες σε υπαίθρια πικ-νικ φωτογραφίζοντας
χλωρίδα, πανίδα και παρείσακτους.
Αποφάσισε να σπουδάσει δημοσιογραφία, αλλά μετά τη
σεξουαλική παρενόχληση που δέχθηκε από γνωστό εκδότη αθηναϊκής εφημερίδας μέσα
στο γραφείο του, το όνειρο της μαχητικής ερευνητικής δημοσιογραφίας γκρεμίστηκε
πατόκορφα. Απογοητευμένη αποσύρθηκε σε πολυπολιτισμική κοινοβιακή καλύβα όπου επιδόδηκε
στην κατασκευή κοσμημάτων με τριχιά και όργωνε νυχθημερόν απέραντα ακρογυάλια
για να προστατεύει τη προϊστορική καρέτα-καρέτα. Μετά από εβδομάδες παρατήρησης,
τη μέρα που συμπαραστάθηκε σε μια χελώνα καθώς γεννούσε μέσα στα βογκητά, ρίγη
συγκίνησης διαπέρασαν το σώμα της διεγείροντας το μητρικό της ένστικτο. Κάπως έτσι,
αποφάσισε να γίνει και η ίδια μάνα.
Η επερχόμενη
εξισορρόπηση των ορμονών μαλάκωσε τα νεύρα της, βελτίωσε τον ύπνο της και ομόρφυνε τη σχέση με τον εαυτό της. Όταν
αποχαιρέτησε το τέκνο της στα πρώτα του σχολικά βήματα, επιδόθηκε με ζήλο στη
διαχείριση ευρωπαϊκών προγραμμάτων για την ενσωμάτωση-εκμετάλλευση μεταναστών.
Εκεί εξασκήθηκε για τα καλά στην τέχνη του «δουλεύω για τρεις, πληρώνομαι για
έναν», στην τεχνική της πλαστογραφίας καθώς και στο μαγείρεμα εικονικών δεικτών
προόδου φυσικού αντικειμένου. Βέβαια, είχε και τα καλά του η εμπειρία αυτή.
Ταξιδάκια συντονισμού, δωρεάν εκπαιδεύσεις, εκδρομές με τη βούλα του ISO και ιλουστρασιόν γραφείο με μεγάλη τζαμαρία μπροστά σε
πάρκο στη χρυσή και άνευ επιστροφής εποχή των αθρόων ευρωπαϊκών κονδυλίων.
Ένα ατύχημα στο βουνό ή ίσως και μια μοιραία ερωτική
απογοήτευση την ώθησαν στην οργανοπαιξία ανατολικής μουσικής παράδοσης και στη μεταπήδηση στο χώρο των πολιτιστικών
διοργανώσεων. Ενδιάμεσα αρθρογραφούσε περιστασιακά σε περιοδικά και εφημερίδες καλλιεργώντας την αγάπη της για τη γλώσσα, την έρευνα και την επικοινωνία. Και
επειδή το φιλοσόφησε πολύ και είδε ότι η ζωή είναι πολύ σύντομη για μικρότητες
και μοιρολόγια επιδόθηκε στα ταξίδια, στη φωτογράφιση με φιλμ και στην
ορειβασία. Η απαράμιλλη ομορφιά και γαλήνη του αλπικού τοπίου της γέννησαν την ανάγκη
να τραγουδάει στις βουνοκορφές αμανέδες.
Τα τελευταία χρόνια της ελληνικής κρίσης εργάστηκε σε ένα
ερευνητικό κέντρο βιοεπιστημών φροντίζοντας τα logistics των εργαστηριακών έργων και για να λαμπικάρει από το τεχνοκρατικό
κλίμα επέλεξε να χάνεται στις μυθιστορίες, τους ήρωες και την αφηγηματική
αρτιότητά τους.
Παρόλο που επιθυμεί να κινείται αθόρυβα χωρίς να
προκαλεί, πριν έναν χρόνο ξύρισε το κεφάλι της ως ένδειξη διαμαρτυρίας στις
ανοδικές τιμές των καυσίμων και συμμετείχε σε ομάδα διαμαρτυρίας για την
κατάργηση της αμαξοστοιχίας Θεσ/κη-Κων/πολη.
Απεχθάνεται τους –ισμούς και τις ταμπέλες, προτιμά τα παρατσούκλια,
τις κρέμες καραμελέ και τα τούρκικα μακάμ ή χαμάμ. Αγκαλιάζει μωρά για να φορτίζει από θετική
ενέργεια, φυτεύει γιασεμιά ‒παρόλο που το κλίμα δεν το σηκώνει‒ θυμώνει με
τους αγενείς γείτονες που ξεχνούν την καλημέρα, απεχθάνεται τη γκρίνια και το αφ΄υψηλού ύφος συμπλεγματικών ημιμαθών. Τιμά την καλή
παρέα, τον ζεστό ήλιο, την καλή ρακή ενώ διατείνεται πως μπορεί να
ξεχωρίσει την ήρα απ' το στάρι. Γι’ αυτό
και ζυμώνει μόνο με ζέα.
Το τελευταίο καιρό μετακόμισε
στα σκωτσέζικα πράσινα τοπία για να τεστάρει τη νευρογλωσσική της
ανταπόκριση στις γαέλικες ιαχές. Παράλληλα, βάλθηκε να παρατηρεί την επίδραση του αντίλαλου της γκάιντας στην ψυχολογία της σκωτσέζικης μάινας σε
μια προσπάθεια να αποδείξει ότι ο έξωθεν ήλιος δεν δύναται να λάμψει, αν δεν
φωλιάσει πρώτα μέσα στην καρδιά.
Cheers


